[ Τελευταία Νέα ] << >>
(1/3) 2012-04-27 00:00:00.0
Σεμινάρια για γονείς 2012 περισσότερα
(2/3) 2012-03-01 00:00:00.0
Αν το παιδί σας θα φοιτήσει στην πρώτη τάξη ελέγξτε τη σχολική του ετοιμότητα και προλάβετε δυσμενείς εξελίξεις στην εξέλιξη του γραπτού λόγου. περισσότερα
(3/3) 2012-02-09 00:00:00.0
Μετρήστε τη φωνή σας και αυξήστε τις δυνατότητές της. Η συνεργασία του Ινστιτούτου "λόγος" με τη Ρινολογική Ομάδα Αθηνών διασφαλίζει υψηλού επιπέδου φωνιατρική εκτίμηση και θεραπεία. περισσότερα

ΠΩΣ ΑΝΑΠΤΥΣΣΕΤΑΙ Η ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ ΚΑΤΑ ΤΑ ΔΥΟ ΠΡΩΤΑ ΧΡΟΝΙΑ;

Οι ρίζες της επικοινωνίας βρίσκονται στις πρώτες σχέσεις που δημιουργούμε, στο πρώτο χαμόγελο ακόμα και στο πρώτο αντανακλαστικό «γράπωμα» του δακτύλου από το νεογέννητο μωρό μας. Έρευνες έχουν αναδείξει πλούσια στοιχεία συστηματικής κοινωνικής επικοινωνίας μεταξύ των γονέων και του μωρού τους, με ξεκάθαρες ενδείξεις αλληλεπίδρασης και συγχρονισμού στην επικοινωνία από τις πρώτες κιόλας εβδομάδες. Μία αλληλεπίδραση που αναπτύσσει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του είδους, το συναίσθημα, τη νόηση και το λόγο.

Επικοινωνία: προϋπόθεση και κίνητρο για την ανάπτυξη του προφορικού λόγου

Η επικοινωνιακή αλληλεπίδραση ξεκινά αμέσως μετά τη γέννηση με την ανταλλαγή συναισθημάτων μεταξύ γονιών και παιδιού μέσω της βλεμματικής επαφής και των αλλαγών στη συμπεριφορά του που δηλώνουν την ανάγκη για τροφή, ξεκούραση, σωματική επαφή, δυσαρέσκεια ή ευχαρίστηση. Με την πάροδο του χρόνου η επικοινωνία του παιδιού με τους γονείς γίνεται αμοιβαία, σκόπιμη και συνθετότερη και κατά την έκτη με έβδομη εβδομάδα το μωράκι αρχίζει να χαμογελά σαν αντίδραση στην κοινωνική επαφή και στην ομιλία των μεγάλων. Μεταξύ τρίτου και έκτου μήνα δηλώνει την προτίμησή του σε ένα αντικείμενο κοιτώντας το με εμμονή, γυρίζει το βλέμμα του προς μία κατεύθυνση με έκδηλο ενδιαφέρον και πρόθεση και αλλάζει τις εκφράσεις του προσώπου του κατά περίσταση. Μεταξύ όγδοου και δέκατου μήνα η επικοινωνία γίνεται περισσότερο ενεργητική στρέφοντας το βλέμμα του προς ένα αντικείμενο ή πιάνοντάς το, προκαλώντας ταυτόχρονα την αντίδραση του ενηλίκου που το φροντίζει. Το ενδιαφέρον για τα αντικείμενα που το περιβάλλουν συνοδεύεται συχνά με χειρονομίες και φωνούλες που κατευθύνουν τους γονείς να συμμεριστούν το ενδιαφέρον του και τα συναισθήματά του. Μετά τον ένατο μήνα οι χειρονομίες είναι σαφέστερες και το μωρό αρχίζει να χρησιμοποιεί το δάχτυλό του για να δείχνει. Η υπόδειξη με το δείκτη είναι μια διαρκώς εξελισσόμενη και εξαιρετικά σημαντική επικοινωνιακή χειρονομία η οποία σηματοδοτεί την ενεργή και με πρόθεση πρόσκληση των άλλων σε επικοινωνία. Είναι επίσης ένα σημαντικό μέσο για την ταύτιση ενός αντικειμένου (έννοιας) με το όνομά του και την ανάπτυξη λεξιλογίου. Κλείνοντας τους 18 μήνες το παιδί έχει αναπτύξει την ικανότητα να δείχνει για να δηλώσει το ενδιαφέρον του για ένα αντικείμενο ή πρόσωπο και μπορεί να μοιραστεί αυτό το ενδιαφέρον του με άλλους. Μπορεί ακόμα να κατευθύνεται προς ένα συγκεκριμένο αντικείμενο ακολουθώντας υποδείξεις. Η αλληλεπίδραση του παιδιού με το περιβάλλον δημιουργεί ανάγκες για επικοινωνία οι οποίες καλύπτονται κυρίως με μη λεκτικούς τρόπους και στη συνέχεια, όσο το σύστημα της γλώσσας αναπτύσσεται, υποστηρίζεται σταδιακά με λεκτικούς.

Κατανόηση: τα πρώτα σημάδια του αναπτυσσόμενου γλωσσικού συστήματος.

Η κατανόηση προηγείται της έκφρασης. Και η ανάπτυξη εννοιών προηγείται της κατανόησης. Το περιβάλλον που το παιδί μεγαλώνει, τόσο σε επίπεδο ερεθισμάτων και ευκαιριών για αλληλεπίδραση, όσο και σε επίπεδο σχέσεων καθορίζει την έκταση και και το είδος των εννοιών που αναπτύσσει και επομένως των εννοιών που κατανοεί. Επίσης η ικανότητα των παιδιών να «μαντεύουν» το νόημα των επικοινωνιακών κινήσεων των ενηλίκων όταν αυτές γίνονται στο γνωστό και οικείο, καθημερινά επαναλαμβανόμενο, χώρο του σπιτιού τους, δίνει στην επικοινωνία ένα πλαίσιο αναφοράς και προσδίδει στις έννοιες τη χρηστική τους διάσταση.

Παρότι οι ατομικές διαφορές είναι σημαντικές, μπορούμε να πούμε σε γενικές γραμμές, ότι ένα μωρό μετά τους 6-9 μήνες μπορεί να κατανοήσει μία ή δύο λέξεις στις οποίες εκτίθεται συχνά και να αντιδρά κατάλληλα σε αυτές, ενώ μέχρι τα πρώτα του γενέθλια μπορεί να κατανοεί συνήθεις λέξεις για γνωστά αντικείμενα και μικρές φράσεις όταν αυτές λέγονται σε γνωστές συνθήκες, χωρίς την υποβοήθηση νοημάτων (χειρονομιών).

Κατά το δεύτερο χρόνο ζωής το παιδί μπορεί να κατανοεί μικρές φράσεις και γνωστές εντολές που περιέχουν μέχρι και δύο γνωστές λέξεις σε σημαντική θέση –θέση κλειδί- μέσα στη φράση, ενώ αυξάνεται ραγδαία η κατανόηση νέων λέξεων. Από το δεύτερο χρόνο και μετά κατανοεί έννοιες που δηλώνουν προσανατολισμό στο χώρο όπως «πάνω, κάτω, μέσα», λέξεις που δηλώνουν ενέργειες «τρέχω, πηδώ» και προσδιορισμούς που δηλώνουν το μέγεθος π.χ. «το μικρό αυτοκίνητο». Από τον τρίτο χρόνο και μετά κατανοούν σκέψεις που περιέχουν κάποιο βαθμό αφαίρεσης, επιχειρήματα και λόγο που αναφέρεται σε προσομοιωμένες καταστάσεις όπως το συμβολικό παιχνίδι με τα κουκλάκια. Συντακτικές δομές που δηλώνουν άρνηση, θέσεις στο χώρο ή προσδιορισμούς κατακτούνται σε αυτή τη φάση.

Έκφραση: από το «μουρμούρισμα» στις λέξεις

Οι πρώτες φωνούλες ικανοποίησης και ένα είδος «μουρμουρίσματος» που εμφανίζεται στην έκτη με όγδοη εβδομάδα σύντομα διαφοροποιείται και παίρνει τη μορφή φωνηέντων και κάποιων συμφώνων. Το μωράκι «παίζει» με το στόμα του και με τους ήχους που μπορεί να παραγάγει και στους τέσσερις περίπου μήνες βγάζει αρκετά σύνθετες φωνούλες και γελάκια. Οι φωνές αυτές δεν έχουν ακόμα επικοινωνιακό σκοπό. Είναι ένα παιχνίδι που το ευχαριστεί και που γίνεται με ενθουσιασμό αποδεκτό από τους γονείς ειδικά όταν παίρνει τη μορφή σειρών από συλλαβές όπως «μπαμπαμπαμπα» ή «μαμαμαμαμαμα». Το παιχνίδι με τους ήχους μορφοποιείται σε «προ-λέξεις», δηλαδή σε ακούσματα που μοιάζουν με λέξεις όπως «μπα, ντα, γκα» τα οποία μεταξύ του 10ου και 14ου μήνα έχουν συγκεκριμένα νοήματα και χρησιμοποιούνται για να εκφράσουν κάποιο αίτημα, απόρριψη, αποδοχή ή δυσαρέσκεια. Συχνά οι «προ-λέξεις» συνοδεύονται με νοήματα (χειρονομίες) που τους προσδίδουν επικοινωνιακό νόημα ή το επαυξάνουν. Τα περισσότερα παιδιά στα πρώτα τους γενέθλια χρησιμοποιούν ένα συνδυασμό νοημάτων, προ-λέξεων, κανονικών λέξεων σε μορφή που γίνονται κατανοητές από τους ενηλίκους και ήχων που τους διαφοροποιούν με νόημα. Σταδιακά στους επόμενους μήνες οι ήχοι , οι προ-λέξεις και τα νοήματα αντικαθίστανται από «αναγνωρίσιμες» λέξεις που εξυπηρετούν τους επικοινωνιακούς σκοπούς καλύτερα. Σε αυτή τη φάση οι λέξεις είναι συνήθως δισύλλαβες, απλοποιημένες (για παράδειγμα: «νάνα» αντί για μπανάνα , «τότα» αντί για κότα) και πολλές φορές χρησιμοποιούνται για να δηλώσουν πολλές έννοιες που ανήκουν στην ίδια σημασιολογική κατηγορία (για παράδειγμα: «ντεντέ» σημαίνει παιχνίδι-αλογάκι, γαϊδούρι, μηχανάκι. «φφφ» σημαίνει: φως, ήλιος, σβήνω, κερί). Τα περισσότερα παιδιά μέχρι την ηλικία των δύο ετών βάζουν δύο λέξεις μαζί («μαμά μαμ») και στους αμέσως επόμενους μήνες αρχίζουν να χρησιμοποιούν συντακτικές δομές τριών στοιχείων όχι απαραιτήτως με τη σειρά που θα χρησιμοποιούσαν οι ενήλικοι. Απλοποιήσεις («τίτι» αντί σπίτι, «γω σέσω» αντί εγώ θα παίξω), εξομαλύνσεις και ιδιοσυγκρατικές αποδώσεις (πλένιτης = αυτός που πλένει κατά το χτίστης, ψήστης κλπ) στις λέξεις και στη σύνταξη, είναι αναμενόμενα «λάθη», χαρακτηριστικά του σταδίου αυτού.

Πόσο καθαρά πρέπει να μιλά το παιδί μου μέχρι τα δύο του χρόνια;

Προϋπόθεση για την ανάπτυξη ομιλίας είναι η ανάπτυξη «εσωτερικού λόγου», ενός συστήματος εννοιών που σταδιακά εκφράζεται και επικοινωνείται λεκτικά. Οι λέξεις έρχονται για να αντικαταστήσουν τους υπάρχοντες τρόπους επικοινωνίας με ένα σύστημα αμεσότερο και με υψηλές προδιαγραφές εξέλιξης. Στα πρώτα στάδια όμως το σύστημα της γλώσσας εμφανίζεται απλοποιημένο. Μέχρι τα δύο τους χρόνια αλλά και στα αμέσως επόμενα, τα παιδιά χρησιμοποιούν «μωρουδίστικες» λέξεις, λέξεις απλοποιημένες με συγκεκριμένους μηχανισμούς δηλωτικούς της ηλικίας τους, του σταδίου της φωνολογικής τους εξέλιξης και της νευρομυϊκής ικανότητας των οργάνων της άρθρωσης. Μέχρι τα δύο χρησιμοποιούν έναν περιορισμένο αριθμών συμφώνων συνήθως τα «μπ, π, μ, τ, κι, γκι, νι, κ, γκ» ενώ μέσα στο εξάμηνο από 2.6-3.0 μπορεί να εμφανιστούν τα «φ,β,ντ, λ, λι, χι,γι, χ, γ». Μέχρι τα δύο χρόνια οι λέξεις είναι ως επί το πλείστον μονοσύλλαβες ή δισύλλαβες. Οι απλοποιήσεις των λέξεων γίνονται συνήθως με μηχανισμούς όπως η απαλοιφή ενός συμφώνου ή μιας συλλαβής («νάνα» αντί μπανάνα), η απλοποίηση των συμφωνικών συμπλεγμάτων («_τίτι» αντί σπίτι), η εναρμόνιση ενός συμφώνου ή φωνήεντος με το γειτονικό του ( «τότα» αντί κότα και «γιγί» αντί «κλειδί»), η αλλαγή προς τα εμπρός ή προς τα πίσω της θέσης που αρθρώνεται ένα σύμφωνο στο στόμα («τιντί» αντί κλειδί), η μετακίνηση ενός συμφώνου σε άλλη θέση μέσα στη λέξη («κσύλο» αντί σκύλο), η προσθήκη συμφώνου ή φωνήεντος μέσα στη λέξη («γιέγια» αντί _έλα) και η αντικατάσταση των εξακολουθητικών συμφώνων από στιγμιαία («κιγκί» αντί κλειδί). Στις λέξεις τα σύμφωνα και τα φωνήεντα αλλάζουν επηρεαζόμενα από τα γειτονικά τους, από το μήκος και τη δομή της λέξης και από το σημείο τονισμού. Είναι επομένως λογικό το παιδί να λέει ένα σύμφωνο σε μία λέξη αλλά να μην το λέει σε μια άλλη ή να το λέει στην αρχή αλλά όχι μέσα στη λέξη. >>περισσότερα (λινκ στην ερώτηση για τη φωνολογία)

Υπάρχουν σημάδια που στην ηλικία των δύο ετών μπορεί να δηλώνουν δυσκολία στην εξέλιξη του λόγου και της ομιλίας;

Παρότι ο λόγος και η ομιλία στην ηλικία των δύο ετών είναι ακόμη σε εξέλιξη υπάρχουν ενδείξεις που καταδεικνύουν την ύπαρξη δυσκολιών:

  • Η αργή εξέλιξη σε κάποιους τομείς της ανάπτυξης όπως ο έλεγχος του κορμού, το μπουσούλημα, η βάδιση, η κατάποση, η αντίληψη, ο έλεγχος σφικτήρων λίγο αργότερα, μπορεί να δηλώνουν μία γενικότερη ψυχοκινητική καθυστέρηση και επομένως και καθυστέρηση στο λόγο και την επικοινωνία.
    Ορισμένες παθήσεις που διαγιγνώσκονται με τη γέννηση του παιδιού ή στην πρώτη βρεφική ηλικία συνοδεύονται από δυσκολίες στην εξέλιξη του λόγου και της ομιλίας. Κάποια σύνδρομα ή νευρολογικές παθήσεις ανήκουν σε αυτή την κατηγορία.
  • Αν το παιδί δείχνει να μην ανταποκρίνεται σε ακουστικά ερεθίσματα, να μην γυρνά το κεφάλι του προς την πηγή του ήχου ή να μην ανταποκρίνεται στις προσπάθειες επικοινωνίας, μπορεί να έχει κάποιο παροδικό ή μονιμότερο πρόβλημα ακοής και αυτό θα επηρεάσει την εξέλιξη του λόγου. Σε κάποια μαιευτήρια γίνεται μετά τη γέννηση ανιχνευτικός έλεγχος της ακοής του νεογνού με τη μέθοδο των ωτοακουστικών εκπομπών, εξέταση που βοηθά στην έγκαιρη διάγνωση παθήσεων του αυτιού και στην έγκαιρη παρέμβαση. Ακόμα και ήπιες και παροδικές μορφές βαρηκοΐας όπως αυτές που συνοδεύουν μία από τις πιο συνήθεις παθήσεις της παιδικής ηλικίας, την εκκριτική ωτίτιδα, μπορεί να ευθύνονται για την καθυστέρηση στο λόγο ή την ομιλία όταν είναι συχνές.
  • Σοβαρές δυσκολίες στην όραση που επηρεάζουν τη γενικότερη εξέλιξη του παιδιού.
  • Το παιδί που για μεγάλο χρονικό διάστημα μένει στάσιμο ως προς τον αριθμό των λέξεων που λέει αλλά και ως προς τον τρόπο που τις απλοποιεί μπορεί να έχει δυσκολίες.
  • Αν το παιδί δε δείχνει σημεία επικοινωνίας με το περιβάλλον, δεν αντιδρά σε ήχους και προτροπές και δεν ανταποκρίνεται στα επικοινωνιακά καλέσματα. Κάνει στερεοτυπικές, μονότονες και επαναλαμβανόμενες κινήσεις του σώματος, των άκρων ή του κεφαλιού. Δεν εδραιώνει βλεμματική επαφή με πρόσωπα ή αντικείμενα. Το παιχνίδι του είναι μηχανικό και δεν έχει συμβολισμό. Ασχολείται με ιδιόρρυθμο τρόπο με τα αντικείμενα και τα παιχνίδια του και έχει εμμονές. Η ομιλία του αρκετές φορές είναι άσχετη με τη συζήτηση ή με τις ερωτήσεις που του κάνετε.
  • Το παιδί που δυσκολεύεται να μάθει πράγματα καθημερινής ρουτίνας ακόμα και μετά από πολλές προσπάθειες. Δεν διατηρεί αυτή τη γνώση και το ίδιο πράγμα δεν μπορεί να το ξανακάνει την επόμενη μέρα πιθανόν να έχει αναπτυξιακά προβλήματα.

Πότε πρέπει να απευθυνθώ σε κάποιον ειδικό;

Ανιχνευτικοί έλεγχοι γίνονται συνήθως από τον παιδίατρο που εκτιμά και τη συνολική ψυχοκινητική εξέλιξη του παιδιού. Όταν υπάρχει σοβαρή ανησυχία για οργανικής αιτιολογίας δυσκολίες και πάλι ο παιδίατρος κατευθύνει για τους απαραίτητους εργαστηριακούς και κλινικούς ελέγχους. Αν και αυτοί οι έλεγχοι είναι αρνητικοί και υπάρχουν ενδείξεις καθυστέρησης στην επικοινωνία γίνεται εξειδικευμένη λογοπεδική εκτίμηση που μπορεί να άρει τις ανησυχίες των γονιών ή να τους κατευθύνει προς τον καταλληλότερο τρόπο παρέμβασης. Συχνά σε παιδιά αυτής της ηλικίας δίνονται συμβουλές και κατευθύνσεις ειδικά για κάθε περιστατικό ξεχωριστά, που οδηγούν στην επίσπευση της γλωσσική και επικοινωνιακής εξέλιξης και σε κάποιες περιπτώσεις προτείνεται λογοθεραπευτική παρέμβαση.

Διαβάστε περισσότερα για τους ανιχνευτικούς ελέγχους

Πίσω στις ερωτήσεις και απαντήσεις